Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Η καταγωγή της πάλης ( συνέχεια )

ΕΙΔΗ ΠΑΛΗΣ ( του Σωτήρη Σταμούλη )
Τα είδη της πάλης ήταν δύο. Στην πρώτη αρκούσε να ρίξει ο παλαιστής τον αντίπαλό του κάτω. Στη δεύτερη δεν ήταν αρκετή η πτώση.

Ο αγώνας
εξακολουθούσε ώσπου να αναγκασθεί ο ένας από τους δύο αντιπάλους να παραδεχθεί την ήττα του, να «απαγορεύσει», όπως έλεγαν. Ύψωνε δηλαδή το χέρι του με το δείκτη ή δείκτη και τον μέσο δάχτυλο τεντωμένο για να τον δει ο κριτής. Σε αυτή την περίπτωση ο αγώνας έμοιαζε με παγκράτιο, μόνο που ο παλαιστής δεν χτυπούσε τον αντίπαλο, αλλά μόνο εφάρμοζε κάποια λαβή. Έλεγαν ότι ο Ανταίος ο γιος του Ποσειδώνα, έριχνε κάτω τους αντιπάλους του υπερμεγέθης όπως ήταν πάνω τους και τους σκότωνε.
Η ορθοπάλη είναι το πρώτο βαρύ αγώνισμα που εισέρχεται στους ολυμπιακούς αγώνες και ήταν από τα πιο αγαπημένα αγωνίσματα των Ελλήνων γιατί είχε γρήγορες και θεαματικές φάσεις ,ο αγώνας δεν είχε χρονική διάρκεια και εθεωρείτο το πιο δίκαιο αγώνισμα επειδή η νίκη δεν εξαρτιόνταν από μια τυχαία πτώση (τριαγμός) .Η ορθοπάλη εκαλείτο «τριαγμός» επειδή ο αθλητής για να ανακηρυχθεί νικητής του αγώνα ,έπρεπε να ρίξει κάτω τρεις φορές τον αντίπαλό του. Η λέξη τριαγμός προέρχεται από το ρήμα «τριάζω» που σημαίνει ρίχνω κάτω τρεις φορές. Εκείνος που έριχνε στο έδαφος τρεις φορές ελέγετο ότι «ετρίασε» και ο ηττηθείς ότι «ετριάχθη». Οι Έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη νίκη αυτή καθώς και τους παλαιστές.
Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο που έγινε στους ολυμπιακούς αγώνες του διάσημου παλαιστή Μίλωνα του Κροτωνιάτη. Όταν ανεκηρύχθει νικητής στην πάλη ανδρών «ακονιτί» και πήγαινε να στεφανωθεί επευφημούμενος από το κοινό σκόνταψε και παραπατώντας ακούμπησε στο χώμα με το ένα γόνατο. Τότε κάποιος θεατής φώναξε δυνατά ‘’Επεσες Μίλων’’, έπεσες επανέλαβαν πολλοί θεατές. Χωρίς να ταραχθεί και με τη βροντώδη φωνή του ο Μίλων σηκώθηκε ,στάθηκε και είπε ‘’Ναι, έπεσα ,αλλά μόνο μια φορά . Όποιος θέλει ας έλθει να με ρίξει δύο φορές ακόμη’’. Ακολούθησε πανδαιμόνιο επευφημιών και το στεφάνωμα του νικητή.
Η κάτω πάλη εθεωρείτο είδος εξαιρετικά ωφέλιμο ως άσκηση και για αυτό σε όλα τα γυμναστήρια της αρχαίας Ελλάδας οι νέοι διδασκόντουσαν την πάλη αυτή. Παρ όλα αυτά η «αλίωδησις» παρά ότι ήταν τόσο διαδεδομένη σαν άσκηση ποτέ δεν μπήκε σαν άθλημα στο ολυμπιακό πρόγραμμα, ούτε και στους άλλους πανελλήνιους αγώνες.
O ακροχειρισμός ήταν και αυτό ένα είδος πάλης σύμφωνα με το οποίο ο αθλητής προσπαθούσε να νικήσει τον αντίπαλό του ή να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει τον αγώνα, χρησιμοποιώντας μόνο τα δάχτυλα του χεριού του. Οι ακροχειριαστές είχαν φοβερή δύναμη στα χέρια και εξανάγκαζαν τον αντίπαλο να εγκαταλείψει. Ήταν ιδιαίτερο είδος πάλης. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο παλαιστής Λεοντίσκος δεν μπορούσε να νικήσει τους αντιπάλους του με λαβές ,παρ όλα αυτά έγινε δυο φορές ολυμπιονίκης , στρεβλώνοντας ή σπάζοντας τα δάχτυλα των αντιπάλων του. Πάντως δεν ήταν διαδεδομένο στην Ελλάδα. Οι Έλληνες εκτιμούσαν και θαύμαζαν τη δύναμη και τους δυνατούς άνδρες και δεν δέχονταν τις βαναυσότητες και τις σκληρές ενέργειες. Και το να νικήσει ένας αθλητής σπάζοντας τα δάχτυλα του αντιπάλου του δεν είναι αθλητική πράξη, αλλά βαναυσότητα.
Λέγεται πως τους κανόνες τους είχε θεσπίσει ο Ορίκαδμος από τη Μεγάλη Ελλάδα ( όπως λεγόταν η Σικελία και η κάτω Ιταλία) ,παλιός αθλητής.
Η διεξαγωγή του αθλήματος ήταν η εξής: οι αθλητές έρχονταν στον κατάλληλο παλαιστικό χώρο παλαίστρα για να αγωνιστούν κατόπιν πρόσκλησης-προσφώνησης από τον κήρυκα των αγώνων. Κατά τη διάρκεια του αγώνα οι θεατές δεν έμεναν αδρανείς στις θέσεις τους αλλά υπέφεραν με τους παλαιστές προσπαθώντας ,άλλοι μεν να τους ενθαρρύνουν ,άλλοι δε να τους αποθαρρύνουν για σκοπιμότητα «ως μη ενοχλείεν υμίν επικεκραγότες τοις
παλαίουσιν».

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

Από περικοπές κειμένων διαφόρων αρχαίων συγγραφέων μπορούμε να απαριθμήσουμε τις κυριότερες απαγορευτικές διατάξεις της πάλης.
• Δεν επιτρέπονταν τα χτυπήματα, γιατί αυτά συναντιόντουσαν στην πυγμαχία.
• Απαγορεύονταν οι λαβές στα γεννητικά όργανα.
• Απαγορεύονταν το δάγκωμα και ο αγώνας έξω από τα όρια του σκάμματος.

Οι ποινές για την παραβίαση των κανονισμών ήταν χρηματικό πρόστιμο, αποβολή από τους αγώνες και σωματικές ποινές. Τις ποινές τις επέβαλλαν οι Ελλανοδίκες. Τα πρόστιμα όσο και μεγάλα να ήταν τα πλήρωνε ο αθλητής και αν αυτός αδυνατούσε, τα πλήρωνε η πόλη του και αυτό για να μην αποκλειστεί από τους αγώνες. Τόση μεγάλη σημασία είχαν για τους αρχαίους Έλληνες οι Πανελλήνιοι αγώνες.
Όταν οι αντίπαλοι έβγαιναν έξω από το σκάμμα ,οι κριτές διέκοπταν τον αγώνα και επανέφεραν τους δύο παλαιστές στο κέντρο του σκάμματος, υποχρεώνοντας τους να πιαστούν με τη λαβή που είχαν κατά τη διακοπή του αγώνα.
Στην πάλη νικούσε εκείνος που διέθετε θέληση, δύναμη και καρτερία. Οι παλαιστές διεκδικούσαν με πείσμα τη νίκη, σέβονταν όμως τους κανονισμούς, όπως φανερώνουν τα ελάχιστα περιστατικά παραβάσεων. Και αυτό ήταν φυσικό ,αφού οι θεατές επευφημούσαν το νικητή που πετύχαινε καθαρή νίκη. Ο Πλάτων αναφέρει χαρακτηριστικά την πάλη ως
«τεχνικότατον και πανουργότατον των αθλημάτων».

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ

Όπως στην πυγμαχία και το παγκράτιο έτσι και στην πάλη γινόταν κλήρωση με σκοπό να σχηματισθούν ζεύγη αθλητών. Όταν ο αριθμός των συμμετεχόντων ήταν περιττός ,τότε ένας κληρωνόταν να περάσει κατ’ ευθείαν στον τελικό χωρίς να παλέψει (έφεδρος). Με την κλήρωση οι αρχαίοι επεδίωκαν να αποδείξουν ότι είναι αμερόληπτοι στις θέσεις και στις κρίσεις τους και έπρεπε να γίνει την προηγούμενη ημέρα για καθαρά τεχνικούς λόγους.
Η πάλη στους αρχαίους Έλληνες είχε εξελιχθεί σε περίπλοκη τέχνη. Στο κέντρο του σκάμματος και με την ευθύνη του κριτή , οι αθλητές έπαιρναν μια στάση όμοια περίπου με εκείνη που παίρνουν και σήμερα. Για να κατορθώσουν οι παλαιστές να νικήσουν τον αντίπαλο ,εφάρμοζαν διάφορα τεχνάσματα ,χωρίς να φεύγουν από τα αυστηρά πλαίσια των κανονισμών.
Έτσι οι παλαιστές πότε πρόβαλαν το ένα πόδι τους και άφηναν τον αντίπαλο να πιστέψει πως ήταν εύκολο να τον αρπάξουν και να τον ανατρέψουν, ήταν όμως πανέτοιμος να αντιμετωπίσει την επίθεση. Άλλοτε έσκυβαν απότομα δήθεν πως ήθελαν να πιάσουν τα πόδια του αντιπάλου , υποκρινόμενοι ότι άφηναν αφύλακτα τα χέρια τους, για να επιχειρήσει να τα πιάσει ο αντίπαλος ,και την τελευταία στιγμή ακριβώς άρπαζαν αυτοί το χέρι του αντιπάλου ή ακόμη και τον κορμό ανάλογα με την ευκαιρία που παρουσιαζόταν.
Ένας από τους συνηθισμένους τρόπους παλαίματος ήταν και η θέση ή στάση του «κριού»,που έπαιρναν οι παλαιστές στην αρχή του αγώνα αλλά πολλές φορές και αργότερα. Τα κεφάλια τους ακουμπούσαν το ένα το άλλο στο μέτωπο ή λίγο πιο πάνω και έσπρωχναν δυνατά με τα κεφάλια τους ο ένας τον άλλο. Με το σπρώξιμο αυτό ο πιο δυνατός αθλητής, ο πιο σωματώδης, κατάφερνε συνήθως να ανατρέψει τον άλλον εάν ήταν μικρόσωμος, γιατί ενώ έσπρωχνε με το κεφάλι συγχρόνως τραβούσε τα χέρια.
Ο παλαιστής έπρεπε να μάθει πως θα αποκρούει τον αντίπαλο, πώς να αποφεύγει τις λαβές με «αντί λαβές».
Επειδή δεν υπήρχαν κατηγορίες βάρους, όπως συμβαίνει σήμερα, ο πιο σωματώδης παλαιστής μπορούσε να αγωνισθεί με τον πιο μικρόσωμο ,για αυτό και κατά κανόνα νικούσαν οι πιο μεγαλόσωμοι αθλητές. Η μεγάλη ποικιλία των λαβών και των τεχνασμάτων , έδιναν αρκετές πιθανότητες και στους μικρόσωμους αθλητές , ώστε οι έξυπνοι ,οι ευκίνητοι και άρτια γυμνασμένοι παλαιστές νικούσαν κάποτε και τους πιο μεγαλόσωμους. Πάντως το μεγάλο βάρος ήταν αναμφισβήτητα πλεονέκτημα στην πάλη.
Είχαν δικαίωμα να εφαρμόσουν λαβές της κεφαλής, του κορμού, των βραχιόνων, μπορούσαν να πιάσουν και τα πόδια του αντιπάλου όπως και σήμερα. Μια από τις συνηθισμένες λαβές ήταν η μεσολαβή(πιάσιμο από τη μέση). Με μεσολαβή νίκησε ο Ηρακλής τον γίγαντα Ανταίο.
Η πάλη είναι πολύ κουραστική ακόμη και στην προπόνηση και οι αθλητές δεν εξαντλούνται μόνο στον αγώνα αλλά και στην προπόνηση. Έτσι αντιλαμβανόμαστε ότι οι Έλληνες είχαν άριστα κατανοήσει την αξία και τα ευεργετικά αποτελέσματα της άσκησης του σώματος. «Η κουραστική προπόνηση και η άσκηση στους κόπους όχι μόνο δεν καταναλώνει τη δύναμη του ανθρώπου ,αλλά αντίθετα την αυξάνει». Δηλαδή συμβαίνει στη δύναμη του ανθρώπου ότι περίπου και στο μύθο της Λερναίας Ύδρας.
Τα γυμνάσια και οι παλαίστρες ήταν οι κύριοι χώροι της σωματικής άσκησης των νέων ,ενήλικων αλλά ακόμη και ηλικιωμένων ανδρών, για να διατηρούν τη σωματική τους δύναμη. Όχι όμως τις ίδιες ώρες. Δηλαδή απαγορευόταν στους γυμνασίαρχους να επιτρέπουν στους ηλικιωμένους να παρακολουθούν την άσκηση των νέων. Από τον 4ο πχ αιώνα εμφανίζεται κι ο «αλείπτης» ,αυτός δηλαδή που άλειφε με λάδι τα σώματα των αθλητών
Το γυμνάσιο χρωστούσε την ονομασία του στο γεγονός ότι μέσα σε αυτό γυμνοί μπορούσαν να ασκούνται και να συναγωνίζονται οι νέοι, η δε παλαίστρα όφειλε το όνομα της στο αγώνισμα της πάλης. Ασφαλώς γυμνάσιο και παλαίστρα δεν ήταν συνώνυμοι όροι. Συγχέονται όμως αρκετά συχνά μέχρι σήμερα. Λογικότερη φαίνεται η άποψη η οποία υποστηρίζει ότι υπήρχε η σχέση μέρος προς το όλον. Το γυμνάσιο ήταν το όλον ενώ μέρος του ήταν η παλαίστρα. Μια παλαίστρα μπορούσε να υπάρχει χωρίς το γυμνάσιο , αλλά δεν ήταν νοητό να υπάρχει γυμνάσιο χωρίς παλαίστρα. ( συνεχίζεται . . . )

Δεν υπάρχουν σχόλια: